«Εάν λοιπόν συνανέστητε μετά του Χριστού, τα άνω ζητείτε, όπου είναι ο Χριστός καθήμενος εν δεξιά του Θεού, τα άνω φρονείτε, μη τα επί της γης. Διότι απεθάνετε, και η ζωή σας είναι κεκρυμμένη μετά του Χριστού εν τω Θεώ· όταν ο Χριστός, η ζωή ημών, φανερωθή, τότε και σεις μετ’ αυτού θέλετε φανερωθή εν δόξη. Νεκρώσατε λοιπόν τα μέλη σας τα επί της γης, πορνείαν, ακαθαρσίαν, πάθος, επιθυμίαν κακήν και την πλεονεξίαν, ήτις είναι ειδωλολατρεία, διά τα οποία έρχεται η οργή του Θεού επί τους υιούς της απειθείας, εις τα οποία και σεις περιεπατήσατέ ποτέ, ότε εζήτε εν αυτοίς· τώρα όμως απορρίψατε και σεις ταύτα πάντα, οργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αισχρολογίαν εκ του στόματός σας· μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, αφού απεξεδύθητε τον παλαιόν άνθρωπον μετά των πράξεων αυτού και ενεδύθητε τον νέον, τον ανακαινιζόμενον εις επίγνωσιν κατά την εικόνα του κτίσαντος αυτόν, όπου δεν είναι Έλλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσιν είναι ο Χριστός. Ενδύθητε λοιπόν, ως εκλεκτοί του Θεού άγιοι και ηγαπημένοι, σπλάγχνα οικτιρμών, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν, υποφέροντες αλλήλους και συγχωρούντες εις αλλήλους, εάν τις έχη παράπονον κατά τινος· καθώς και ο Χριστός συνεχώρησεν εις εσάς, ούτω και σείς· και εν πάσι τούτοις ενδύθητε την αγάπην, ήτις είναι σύνδεσμος της τελειότητος. Και η ειρήνη του Θεού ας βασιλεύη εν ταις καρδίαις υμών, εις την οποίαν και προσεκλήθητε εις εν σώμα· και γίνεσθε ευγνώμονες. Ο λόγος του Χριστού ας κατοική εν υμίν πλουσίως μετά πάσης σοφίας· διδάσκοντες και νουθετούντες αλλήλους με ψαλμούς και ύμνους και ωδάς πνευματικάς, εν χάριτι ψάλλοντες εκ της καρδίας υμών προς τον Κύριον. Και παν ό,τι αν πράττητε εν λόγω ή εν έργω, πάντα εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού πράττετε, ευχαριστούντες δι’ αυτού τον Θεόν και Πατέρα.» (Κολοσσαείς 3:1-17)

Ένας νεαρός ναύτης ήταν το πρώτο του ταξίδι και βέβαια δεν είχε ακόμα αποκτήσει την πείρα του ναυτικού. –Παλικάρι, μπορείς ν’ ανέβεις εκεί ψηλά στο κατάρτι; Τον ρώτησε ο καπετάνιος. –Γιατί όχι; Στο χωριό μου ανέβαινα στις κορυφές των πιο ψηλών δέντρων, αποκρίθηκε περήφανα. Αναρριχήθηκε στα γρήγορα. Μα μόλις έφτασε αρκετά ψηλά, είδε από κάτω τη θάλασσα, αισθάνθηκε το καράβι και το κατάρτι να κουνάει κι άρχισε να τρέμει. Ο καπετάνιος τον παρακολουθούσε από κάτω. «Μην κοιτάζεις κάτω, κοίτα ψηλά, κοίτα πάνω», του φώναξε. Ο ναύτης υπάκουσε, κοίταξε ψηλά και πέρασε η ζάλη και συνέχισε το ανέβασμα μέχρι το πιο ψηλό σημείο του καταρτιού. Μην πει κανείς πως αυτό δεν είναι η αντίδραση όλων μας μόλις μας κυκλώσουν οι δυσκολίες της ζωής, μόλις τα πράγματα στενέψουν, μόλις οι δοκιμασίες που έρχονται ξεπερνούν τα όριά μας: φόβος, ανασφάλεια, ταραχή. «Κύριε, χανόμαστε», φώναξαν οι μαθητές στον Ιησού, σαν νιώσανε τη βάρκα τους να χτυπιέται αλύπητα από τα κύματα(Λουκάς 8:24). Αυτή την ώρα είναι η ευκαιρία να αφήσουμε στο Θεό να ενεργήσει. Όποιος κοιτάξει ψηλά, όποιος δια της προσευχής εκζητήσει την επέμβαση και το θαυμαστό χέρι του Θεού, θα δει την προοπτική του να αλλάζει. Κοίτα ψηλά σημαίνει στηρίξου στον Κύριο των θαυμάτων, παραιτήσου από τον εαυτό σου. Κοίτα ψηλά σημαίνει εξάρτηση από τον Κύριο Ιησού Χριστό και απόρριψη των δικών σου δυνάμεων. Τοποθέτησε την ελπίδα στον ισχυρό βραχίονα του Θεού και δεν θα απογοητευτείς. Είναι ο Μόνος που μπορεί, και γνωρίζει, και σε αγαπάει(Ιωάννη 3:16, Ρωμαίους 5:8).