«Εγώ δε προς σε κατευθύνω την προσευχήν μου, Κύριε· καιρός ευμενείας είναι· Θεέ, κατά το πλήθος του ελέους σου, επάκουσόν μου, κατά την αλήθειαν της σωτηρίας σου. Ελευθέρωσόν με από του πηλού, διά να μη βυθισθώ· ας ελευθερωθώ εκ των μισούντων με και εκ των βαθέων των υδάτων. Ας μη με κατακλύση το ρεύμα των υδάτων, μηδέ ας με καταπίη ο βυθός· και το φρέαρ ας μη κλείση το στόμα αυτού επ’ εμέ. Εισάκουσόν μου, Κύριε, διότι αγαθόν είναι το έλεός σου· κατά το πλήθος των οικτιρμών σου επίβλεψον επ’ εμέ. Και μη κρύψης το πρόσωπόν σου από του δούλου σου· επειδή θλίβομαι, ταχέως επάκουσόν μου. Πλησίασον εις την ψυχήν μου· λύτρωσον αυτήν· ένεκα των εχθρών μου λύτρωσόν με. Συ γνωρίζεις τον ονειδισμόν μου και την αισχύνην μου και την εντροπήν μου· ενώπιόν σου είναι πάντες οι θλίβοντές με. Ονειδισμός συνέτριψε την καρδίαν μου· και είμαι περίλυπος· περιέμεινα δε συλλυπούμενον, αλλά δεν υπήρξε, και παρηγορητάς, αλλά δεν εύρηκα. Και έδωκαν εις εμέ χολήν διά φαγητόν μου, και εις την δίψαν μου με επότισαν όξος.» (Ψαλμός 69:13)

Είναι πραγματικά συγκλονιστικός ο τρόπος που κάθε άνθρωπος «έρχεται στον εαυτό του», όπως ο άσωτος γιος(Λουκάς 15:17), και παίρνει την απόφαση να αποτινάξει από πάνω του το ζυγό της αμαρτίας. Είναι μια τιτάνια μάχη που γίνεται στην καρδιά του ανθρώπου, ανάμεσα στο κακό που τον κυριαρχεί(Ρωμαίους 7:14-24) και στην πρόσκληση του Ιησού Χριστού που θέλει να τον ελευθερώσει(Ρωμαίους 7:25, Ιωάννη 8:36). Χαρακτηριστική η περίπτωση του ανθρώπου του Ιούδα, του Αυγουστίνου, που γνώρισε το Χριστό στα τέλη του 4ου αιώνα. Ήταν 32 ετών και εργαζόταν σαν δάσκαλος ρητορικής στο Μιλάνο. Είχε ήδη φάει την αμαρτία με το κουτάλι, ζώντας για τις ηδονές, μα χαρά και ειρήνη δεν εύρισκε. Παράλληλα τον κατεδίωκαν οι προσευχές της άγιας μητέρας του, της Μόνικας. Είχε φτάσει σε μια απελπιστική κατάσταση αγωνίας. Ο ίδιος γράφει: «Σωριάστηκα στο έδαφος, δεν ξέρω πως, κάτω από μια συκιά, αφήνοντας να τρέξουν ελεύθερα τα δάκρυά μου… Κατηύθυνα προς τα πάνω τις θλιμμένες κραυγές μου: Πόσο ακόμη, πόσο ακόμη, αύριο και αύριο; Γιατί όχι τώρα; Γι’ αυτήν την στιγμή να μη καθαριστεί η βρωμιά μου; Τα έλεγα και έκλαιγα με την πιο πικρή συντριβή της καρδιάς μου. Συγκράτησα το χείμαρρο των δακρύων μου κι άνοιξα τη Βίβλο. Διάβασα σιωπηλά το εδάφιο που μου έστειλε ο Θεός. Δεν χρειαζόμουν περισσότερο, γιατί στιγμιαία ήταν σαν ένα φως να εισέβαλε στην καρδιά μου και όλο το σκοτάδι της αμφιβολίας εξαφανίστηκε».