«Ο δε Ιησούς έκραξε και είπεν· Ο πιστεύων εις εμέ δεν πιστεύει εις εμέ, αλλ’ εις τον πέμψαντά με, και ο θεωρών εμέ θεωρεί τον πέμψαντά με. Εγώ ήλθον φως εις τον κόσμον, διά να μη μείνη εν τω σκότει πας ο πιστεύων εις εμέ.  Και εάν τις ακούση τους λόγους μου και δεν πιστεύση, εγώ δεν κρίνω αυτόν· διότι δεν ήλθον διά να κρίνω τον κόσμον, αλλά διά να σώσω τον κόσμον. Ο αθετών εμέ και μη δεχόμενος τους λόγους μου, έχει τον κρίνοντα αυτόν· ο λόγος, τον οποίον ελάλησα, εκείνος θέλει κρίνει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα· διότι εγώ απ’ εμαυτού δεν ελάλησα, αλλ’ ο πέμψας με Πατήρ αυτός μοι έδωκεν εντολήν τι να είπω και τι να λαλήσω· και εξεύρω ότι η εντολή αυτού είναι ζωή αιώνιος. Όσα λοιπόν λαλώ εγώ, καθώς μοι είπεν ο Πατήρ, ούτω λαλώ.» (Ιωάννη 12:44-50)

Μια πιστή γυναίκα ομολογούσε το πώς ο Χριστός ήρθε στη ζωή της: «Από μικρό παιδί δυο ήταν τα μεγαλύτερά μου προβλήματα. Το πρώτο ήταν το σκοτάδι. Το φοβόμουν απελπιστικά. Ένοιωθα πως δεν το όριζα. Προτιμούσα να βγω στους ερημικούς χειμωνιάτικους δρόμους με το λιγοστό φως, παρά να τριγυρνώ στα σκοτεινά δωμάτια του σπιτιού. Το σκοτάδι κι εγώ, άσπονδοι εχθροί, με ηττημένη πάντα εμένα! Το άλλο πρόβλημα ήταν τα νεύρα μου. Από πιτσιρίκι, όταν νευρίαζα, έπρεπε κάτι να σπάσω, πιάτο, ποτήρι, βαζάκι… Αυτό συνεχίστηκε και σαν έφτιαξα τη δική μου οικογένεια. Ακόμη και με τον άντρα μου, που τον υπεραγαπούσα, όταν σπάνια, καυγαδίζαμε, τελείωνα τον καυγά με θρύψαλα. Μια φορά πάνω στα νεύρα μου έδωσα μια σ’ ένα τραπεζάκι και του ‘σπασα και τα τέσσερα ποδαράκια, ώστε «κάθισε» κυριολεκτικά στο πάτωμα. Έβλεπα αυτές μου τις αντιδράσεις ανίκανη να αντισταθώ. Ήθελα να λυτρωθώ. Πως όμως; Κάποια φορά που τα ‘σπασα πάλι, βγήκα κλαίγοντας στο διπλανό δασάκι. Σήκωσα τα χέρια ψηλά και έκραξα «Θεέ μου, Θεέ μου». Ήταν η πρώτη φορά που Τον επικαλέστηκα, με αγωνία και απόγνωση. Ζήτησα να γλυτώσω από τη φύση μου που με ταλαιπωρούσε. Από τη φτιάξη μου την τόσο οδυνηρή. Ο Κύριος με άκουσε. Έφερε δίπλα μου ανθρώπους που μου μίλησαν για το Χριστό, για τον νέο άνθρωπο που φτιάχνει μέσα μας(1 Κορινθίους 5:17, Γαλάτας 4:19). Δεν μπορούσα να αντισταθώ σ’ Αυτόν που νίκησε την αμαρτία. Δειλά-δειλά ξεκίνησα μαζί Του. «Λύτρωσέ με από τον εαυτό μου», προσευχόμουν, και εισακούστηκα. Ο Χριστός ήρθε στην καρδιά μου και με αναγέννησε, με έκανε «νέο κτίσε». Η πρώτη που δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου είμαι εγώ. Πόσο Τον ευχαριστώ!»