«Κύριε, εδοκίμασάς με και με εγνώρισας. Συ γνωρίζεις το κάθισμά μου και την έγερσίν μου· νοείς τους λογισμούς μου από μακρόθεν. Εξερευνάς το περιπάτημά μου και το πλαγίασμά μου και πάσας τας οδούς μου γνωρίζεις. Διότι και πριν έλθη ο λόγος εις την γλώσσαν μου, ιδού, Κύριε, γνωρίζεις το παν. Με περικυκλόνεις όπισθεν και έμπροσθεν, και έθεσας επ’ εμέ την χείρα σου. Η γνώσις αύτη είναι υπερθαύμαστος εις εμέ· είναι υψηλή· δεν δύναμαι να φθάσω εις αυτήν. Που να υπάγω από του πνεύματός σου; και από του προσώπου σου που να φύγω; Εάν αναβώ εις τον ουρανόν, είσαι εκεί· εάν πλαγιάσω εις τον άδην, ιδού, συ. Εάν λάβω τας πτέρυγας της αυγής και κατοικήσω εις τα έσχατα της θαλάσσης, και εκεί θέλει με οδηγήσει η χειρ σου και η δεξιά σου θέλει με κρατεί. Εάν είπω, Αλλά το σκότος θέλει με σκεπάσει, και η νυξ θέλει είσθαι φως περί εμέ· και αυτό το σκότος δεν σκεπάζει ουδέν από σού· και η νυξ λάμπει ως η ημέρα· εις σε το σκότος είναι ως το φως. Διότι συ εμόρφωσας τους νεφρούς μου· με περιετύλιξας εν τη κοιλία της μητρός μου. Θέλω σε υμνεί, διότι φοβερώς και θαυμασίως επλάσθην· θαυμάσια είναι τα έργα σου· και η ψυχή μου κάλλιστα γνωρίζει τούτο. Δεν εκρύφθησαν τα οστά μου από σου, ενώ επλαττόμην εν τω κρυπτώ και διεμορφονόμην εν τοις κατωτάτοις της γης. Το αδιαμόρφωτον του σώματός μου είδον οι οφθαλμοί σου· και εν τω βιβλίω σου πάντα ταύτα ήσαν γεγραμμένα, ως και αι ημέραι καθ’ ας εσχηματίζοντο, και ενώ ουδέν εκ τούτων υπήρχε·» (Ψαλμός 139:1-16)

Η νεαρή μητέρα μπήκε στο ιατρείο κρατώντας από το χέρι ένα αγοράκι ενός έτους. «Γιατρέ μου, θέλω να με βοηθήσετε. Είμαι πάλι έγκυος, και δεν θέλω να έχω δυο παιδιά τόσο κοντά το ένα στο άλλο». «Λοιπόν, τι θέλετε να κάνω;» «Μα έκτρωση, φυσικά!» Ο γιατρός μετά από κάποια σιωπή, απάντησε: «Έχω κάτι καλύτερο να σας προτείνω. Εάν δεν θέλετε δύο παιδιά με τόσο κοντινές ηλικίες, ας σκοτώσουμε καλύτερα το παιδί που έχετε στα γόνατά σας, και ν’ αφήσουμε το άλλο να ζήσει. Βλέπετε, είναι πιο εύκολο να γίνει σ’ αυτό που έχει ήδη γεννηθεί. Τι σημασία έχει ποιο από τα δυο θα σκοτώσουμε; Αλλά για σας θα ήταν δυσκολότερο αν αναλάμβανα να σκοτώσω το μικρότερο. Η μητέρα τρομαγμένη αγκάλιασε το παιδί της φωνάζοντάς του πως ήταν τρελός και δολοφόνος. Ο γιατρός τότε ησύχασε την καημένη τη γυναίκα και την έπεισε ότι η πρότασή του να δολοφονήσει το παιδί δεν ήταν χειρότερη από την επιθυμία της να καταστρέψει το νεογέννητο μωρό της. Η μόνη διαφορά θα ήταν στην ηλικία του θύματος! Είναι τραγικό να θέλουμε να αποχρωματίσουμε την αμαρτία και να την παρουσιάζουμε σαν αναγκαίο κακό. Ο «απ’ αρχής ανθρωποκτόνος» διάβολος έχει βρει τρόπους να σκοτώνει όχι μόνο τα μωρά μας, μα και τις συνειδήσεις μας, καθησυχάζοντάς μας πως όλοι έτσι κάνουν, είναι νόμιμο, είναι κοινά αποδεκτό. Μα τι σημασία έχει τι λένε όλοι  ή τι λέει η πολιτεία; Η γνώμη του Θεού είναι που μετράει και με βάσει το Νόμο του Θεού θα δώσουμε λόγο εκείνη την Ημέρα!