«Και ενώ αυτός προσηύχετο εν τόπω τινί, καθώς έπαυσεν, είπε τις των μαθητών αυτού προς αυτόν· Κύριε, δίδαξον ημάς να προσευχώμεθα, καθώς και ο Ιωάννης εδίδαξε τους μαθητάς αυτού. Είπε δε προς αυτούς· Όταν προσεύχησθε, λέγετε· Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ, και επί της γής· τον άρτον ημών τον επιούσιον δίδε εις ημάς καθ’ ημέραν· και συγχώρησον εις ημάς τας αμαρτίας ημών, διότι και ημείς συγχωρούμεν εις πάντα αμαρτάνοντα εις ημάς· και μη φέρης ημάς εις πειρασμόν, αλλ’ ελευθέρωσον ημάς από του πονηρού. Και είπε προς αυτούς· Εάν τις εξ υμών έχη φίλον, και υπάγη προς αυτόν το μεσονύκτιον και είπη προς αυτόν· Φίλε, δάνεισόν μοι τρεις άρτους, επειδή ήλθε φίλος μου προς εμέ εξ οδοιπορίας, και δεν έχω τι να βάλω έμπροσθεν αυτού. Και εκείνος αποκριθείς έσωθεν είπη· Μη με ενόχλει· η θύρα είναι ήδη κεκλεισμένη και τα παιδία μου είναι μετ’ εμού εις την κλίνην· δεν δύναμαι να σηκωθώ και να σοι δώσω. Σας λέγω· Και αν δεν σηκωθή και δώση εις αυτόν, διότι είναι φίλος αυτού, τουλάχιστον διά την αναίδειαν αυτού θέλει σηκωθή και δώσει εις αυτόν όσα χρειάζεται. Και εγώ σας λέγω· Αιτείτε και θέλει σας δοθή· ζητείτε και θέλετε ευρεί, κρούετε και θέλει σας ανοιχθή. Διότι πας ο αιτών λαμβάνει, και ο ζητών ευρίσκει, και εις τον κρούοντα θέλει ανοιχθή. Και εάν τις εξ υμών ήναι πατήρ, και ο υιός αυτού ζητήση άρτον, μήπως θέλει δώσει εις αυτόν λίθον; και εάν οψάριον, μήπως αντί οψαρίου θέλει δώσει εις αυτόν όφιν; ή και αν ζητήση ωόν, μήπως θέλει δώσει εις αυτόν σκορπίον; εάν λοιπόν σεις, πονηροί όντες, εξεύρετε να δίδητε καλάς δόσεις εις τα τέκνα σας, πόσω μάλλον ο Πατήρ ο ουράνιος θέλει δώσει Πνεύμα Άγιον εις τους αιτούντας παρ’ αυτού;» (Λουκάς 11:1-13)

Ένα ζωηρό αγοράκι, μόλις το έβαζαν στο κρεβάτι για ύπνο, τότε θυμόταν πως θέλει χίλια δυο. Ένα βράδυ ο μπαμπάς του, αφού του είχε διαβάσει αρκετές ιστορίες, είχε απαντήσει σε δεκάδες ερωτήσεις του και τον είχε καληνυχτίσει για 5η φορά έσβησε το φως και πήγε να κοιμηθεί. Σ’ ένα λεπτό όμως ακούει μια φωνούλα από το παιδικό δωμάτιο: «μπαμπά, μου φέρνεις ένα ποτήρι νερό;» Ο μπαμπάς καταλαβαίνει το κόλπο και απαντάει αυστηρά: «Ησύχασε και κοιμήσου!» Η φωνή τότε γίνεται δυνατότερη. «Μπαμπά!» Και η απάντηση σταθερή, δυναμώνει με τη σειρά της. «Σιωπή!» Στην Τρίτη επανάληψη ο πατέρας αποφασίζει να μεταχειριστεί τα μεγάλα μέσα: «Αν ξανακούσω μια ακόμη κουβέντα, θα έρθω να σε δείρω!» Και παρόλα αυτά, μια δειλή μα αποφασισμένη φωνούλα ακούγεται από μέσα: «Μπαμπά, όταν έρθεις να με δείρεις, θα μου φέρεις και λίγο νερό;» Τώρα ο πατέρας έχει πεισθεί πως το παιδί του διψάει στ’ αλήθεια και δεν θ’ αργήσει να απαντήσει. Αυτήν την επιμονή στην προσευχή είναι που θέλει ο Πατέρας μας ο Ουράνιος, για να απαντήσει όλα τα αιτήματά μας. Όχι πως δεν γνωρίζει τις ανάγκες μας. Ακόμη και πριν έρθουν τα λόγια στο στόμα μας. Εκείνος τα ξέρει όλα. Τους πόθους της καρδιάς μας. Τις υλικές μας ανάγκες. Τις ελλείψεις μας. Μα θέλει να Του τα αναθέτουμε, να Τον εμπιστευθούμε, να Τον επικαλεστούμε. Αυτόν μόνον. Όχι και δικά μας μέσα, δικούς μας τρόπους, ανθρώπινους δρόμους. Να Του τα ζητήσουμε με όλη μας την καρδιά και με όλη μας την πίστη. Και να συνεχίσουμε να ζητούμε. Να επιμείνουμε στην προσευχή. Τα δώρα Του ο Θεός δεν τα βγάζει στο καλάθι του δρόμου σαν τις φθηνές προσφορές…