«Η αγάπη ας ήναι ανυπόκριτος. Αποστρέφεσθε το πονηρόν, προσκολλάσθε εις το αγαθόν, γίνεσθε προς αλλήλους φιλόστοργοι διά της φιλαδελφίας, προλαμβάνοντες να τιμάτε αλλήλους, εις την σπουδήν άοκνοι, κατά το πνεύμα ζέοντες, τον Κύριον δουλεύοντες, εις την ελπίδα χαίροντες, εις την θλίψιν υπομένοντες, εις την προσευχήν προσκαρτερούντες, εις τας χρείας των αγίων μεταδίδοντες, την φιλοξενίαν ακολουθούντες. Ευλογείτε τους καταδιώκοντας υμάς, ευλογείτε και μη καταράσθε. Χαίρετε μετά χαιρόντων και κλαίετε μετά κλαιόντων. Έχετε προς αλλήλους το αυτό φρόνημα. Μη υψηλοφρονείτε, αλλά συγκαταβαίνετε εις τους ταπεινούς. Μη φαντάζεσθε εαυτούς φρονίμους. Εις μηδένα μη ανταποδίδετε κακόν αντί κακού· προνοείτε τα καλά ενώπιον πάντων ανθρώπων· ει δυνατόν, όσον το αφ’ υμών ειρηνεύετε μετά πάντων ανθρώπων. Μη εκδικήτε εαυτούς, αγαπητοί, αλλά δότε τόπον τη οργή· διότι είναι γεγραμμένον· εις εμέ ανήκει η εκδίκησις, εγώ θέλω κάμει ανταπόδοσιν, λέγει Κύριος. Εάν λοιπόν πεινά ο εχθρός σου, τρέφε αυτόν, εάν διψά, πότιζε αυτόν· διότι πράττων τούτο θέλεις σωρεύσει άνθρακας πυρός επί την κεφαλήν αυτού. Μη νικάσαι υπό του κακού, αλλά νίκα διά του αγαθού το κακόν.» (Ρωμαίους 12:9-21)

Θα το ξέρετε βέβαια πως υπάρχουν σήμερα μαύροι, κόκκινοι και κίτρινοι χριστιανοί, που ντροπιάζουν τους λευκούς με την πίστη και την αφοσίωσή τους στο Χριστό. Ευτυχώς γι’ αυτούς στον Ουρανό δεν θα μετράνε τα χρώματα, οι φυλές, η καταγωγή, η κοινωνική τάξη. Μια πιστή μαύρη, καθώς περπατούσε ήσυχα σε μια γειτονιά της Νέας Υόρκης, κρατώντας ένα καλάθι μήλα, άκουσε κάποιον να καγχάζει δυνατά δίπλα της. Γυρνώντας είδε ένα ναύτη, ένοιωσε το βαρύ σπρώξιμό του, το καλάθι πετάχτηκε και τα μήλα κύλησαν με ορμή πάνω στην άσφαλτο. Εκείνος παρακολουθούσε χαιρέκακα τις αντιδράσεις της. Την είδε με έκπληξη να μαζεύει ήσυχα τα μήλα της, να τον κοιτάζει πονεμένα και να του λέει: «Ο Θεός να σε συγχωρήσει, όπως συγχώρεσε κι εμένα, που δεν ήμουν καλύτερή σου. Κι εγώ σε συγχωρώ». Ο ναύτης θαρρείς και το Πνεύμα του Θεού έθιξε την πιο λεπτή χορδή της καρδιάς του, κατέβασε ντροπιασμένος το κεφάλι. Εκείνος περίμενε να τον βρίσουν, να εισπράξει ένα μπουκέτο κατάρες και να φύγει το θύμα τρικλίζοντας από σύγχυση. Αυτή τη φορά όλα έγιναν ανάποδα. Μετανοιωμένος έβγαλε ένα νόμισμα  και το ακούμπησε στο χέρι της μαύρης. «Σήμερα μου έμαθες πολλά. Ο Θεός να σε ευλογεί», της είπε κι έφυγε τρέχοντας. Το πνεύμα της συγχώρησης, η πραότητα, η αγαθοσύνη, είναι πολύτιμα όπλα στα χέρια του χριστιανού. Συντρίβουν καρδιές και μαλακώνουν συνειδήσεις. Δείχνουν τον Ιησού Χριστό πάνω μας, πιο δυναμικά από οποιοδήποτε κήρυγμα.