Έχουμε αδέλφια!

0
128

«Αδελφοί, και εάν άνθρωπος απερισκέπτως πέση εις κανέν αμάρτημα, σεις οι πνευματικοί διορθόνετε τον τοιούτον με πνεύμα πραότητος, προσέχων εις σεαυτόν, μη και συ πειρασθής. Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε και ούτως εκπληρώσατε τον νόμον του Χριστού. Διότι εάν τις νομίζη ότι είναι τι ενώ είναι μηδέν, εαυτόν εξαπατά. Αλλ” έκαστος ας εξετάζη το εαυτού έργον, και τότε εις εαυτόν μόνον θέλει έχει το καύχημα και ουχί εις τον άλλον· διότι έκαστος το εαυτού φορτίον θέλει βαστάσει. Ο δε κατηχούμενος τον λόγον ας κάμνη τον κατηχούντα μέτοχον εις πάντα τα αγαθά αυτού. Μη πλανάσθε, ο Θεός δεν εμπαίζεται· επειδή ό,τι αν σπείρη ο άνθρωπος, τούτο και θέλει θερίσει· διότι ο σπείρων εις την σάρκα εαυτού θέλει θερίσει εκ της σαρκός φθοράν, αλλ” ο σπείρων εις το Πνεύμα θέλει θερίσει εκ του Πνεύματος ζωήν αιώνιον. Ας μη αποκάμνωμεν δε πράττοντες το καλόν· διότι εάν δεν αποκάμνωμεν, θέλομεν θερίσει εν τω δέοντι καιρώ. Άρα λοιπόν ενόσω έχομεν καιρόν, ας εργαζώμεθα το καλόν προς πάντας, μάλιστα δε προς τους οικείους της πίστεως.» (Γαλάτας 6:1-10)

Άκουσα δυο περιστατικά, που αφορούσαν και τα δυο οικογένειες χριστιανικές, μα πολύ διαφορετικές. Η πρώτη οικογένεια δοκιμαζόταν σκληρά. Η μητέρα στο κρεβάτι με ακατάσχετη αιμορραγία, ο πατέρας στο νοσοκομείο με έμφραγμα. Στο σπίτι τρία παιδιά, το μικρότερο εφτά χρονών. Ποιος θα τα φρόντιζε; Κανένα πρόβλημα. Τα πνευματικά αδέλφια. Τα έπλυναν τα μαγείρευαν, τα διάβαζαν.  Όλη μέρα αδελφοί και αδελφές μπαινόβγαιναν στο σπίτι κι ο ένας φρόντιζε ό,τι μπορούσε. Τότε δόξασα τον Θεό. Η δεύτερη οικογένεια περνούσε και αυτή μεγάλη στενοχώρια. Οξύ οικονομικό πρόβλημα, ο πατέρας να παλεύει σε μια επαρχιακή πόλη, με απολαβές ελάχιστες. Μια μέρα η μάνα αρρώστησε με μια άσχημη γρίπη με σαράντα πυρετό. Γιαγιάδες δεν είχαν να τους συνδράμουν. Και τα δυο παιδιά δεν πήγαν στο σχολείο, γιατί ήταν μακριά και δεν υπήρχε κανείς να τα πάει και να τα γυρίσει. Και τότε αναρωτήθηκα: «Αδέλφια δεν έχουν να τους βοηθήσουν;». Αδελφέ μου, ας απαντήσουμε ειλικρινά, έχουμε αδέλφια εν Χριστώ; Κι αν έχουμε, τα υπολογίζουμε για αδέλφια; Καθόμαστε δίπλα-δίπλα, αγαπάμε, καθώς λέμε, τον ίδιο Κύριο, κι είμαστε ξένοι; Δεν ξέρουν τον πόνο μας, τη ζωή μας, τα του οίκου μας; Μήπως τους κρατάμε σε απόσταση; Μα είναι οι συγκληρονόμοι της Βασιλείας Του, είμαστε ένα δια του Πνεύματος. Ο Κύριος θέλει να αλλάξουμε. Να πονάμε με τα αδέλφια μας, να χαιρόμαστε με τα’ αδέλφια, να τα στηρίζουμε και να μας στηρίζουν δια της πίστεως.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΤα λάθη μας
Επόμενο άρθροΗ οφειλή

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ