Τα απλήρωτα χτένια

0
151

«Ο δε Μωϋσής έβοσκε τα πρόβατα του Ιοθόρ, πενθερού αυτού, ιερέως της Μαδιάμ· και έφερε τα πρόβατα εις το όπισθεν μέρος της ερήμου και ήλθεν εις το όρος του Θεού, το Χωρήβ. Εφάνη δε εις αυτόν άγγελος Κυρίου εν φλογί πυρός εκ μέσου της βάτου· και είδε και ιδού, η βάτος εκαίετο υπό του πυρός και η βάτος δεν κατεκαίετο. Και είπεν ο Μωϋσής, Ας στρέψω και ας παρατηρήσω το μέγα τούτο θέαμα, διά τι η βάτος δεν κατακαίεται. Και ως είδεν ο Κύριος τον Μωϋσήν ότι έστρεψε να παρατηρήση, εφώνησε προς αυτόν ο Θεός εκ μέσου της βάτου και είπε, Μωϋσή, Μωϋσή. Ο δε είπεν, Ιδού, εγώ. Και είπε, Μη πλησιάσης εδώ· λύσον τα υποδήματά σου εκ των ποδών σου· διότι ο τόπος επί του οποίου ίστασαι είναι γη αγία. Και είπε προς αυτόν, Εγώ είμαι ο Θεός του πατρός σου, ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ. Έκρυψε δε το πρόσωπον αυτού ο Μωϋσής· διότι εφοβείτο να εμβλέψη εις τον Θεόν.» (Έξοδος 3:1-6)

Ήταν στις αρχές του αιώνα, όταν οι ιεραπόστολοι έφεραν το μήνυμα της αγάπης του Θεού στα βάθη της Τουρκίας. Καρπός αυτής της διακονίας ήταν κι ένας άνθρωπος, που το επάγγελμά του ήταν να κατασκευάζει χτένια από τα κέρατα των ζώων. Η ζωή του άλλαξε. Γνώρισε τον μόνο αληθινό Θεό(Ιωάννη 17:3, Γαλάτας 4:8-9, 1 Ιωάννη 2:13-14). Επέστρεψε στο ζωντανό κι αληθινό Θεό(1 Θεσσαλονικείς 1:9, Πράξεις 3:19). Άφησε τις τυπικότητες κι έβαλε στην κάθε του στιγμή τις αρχές του Λόγου του Θεού πρώτες και απαραβίαστες. Μια μέρα ήρθε στο εργαστήριο κάποιος κι έδωσε μια παραγγελία. «Τα θέλω σ’ ένα μήνα», ζήτησε. «Σ’ ένα μήνα δεν προλαβαίνω. Σε δυο μπορώ». Συμφώνησαν. Στους δυο μήνες τα χτένια ήταν έτοιμα κι απλήρωτα, περίμεναν τον πελάτη. Μα αυτός δεν φάνηκε. Στους τρεις μήνες να σου ο καλός σου! Κυριακή πρωί χτύπησε την πόρτα να παραλάβει το εμπόρευμα και να ξοφλήσει. Ο πιστός το είχε σαν αρχή, την Κυριακή συναλλαγές να μην κάνει. Ούτε αγορές, ούτε πωλήσεις, ούτε δουλειές που γινόταν τις άλλες μέρες. Η ημέρα του Κυρίου, ήταν για Τον Κύριο. «Κοίταξε», λέει στον πελάτη. «Σου είπα δυο μήνες και πέρασαν τρεις . Άλλους τρεις μήνες να κάνεις αν θέλεις, αλλά Κυριακή μην έρθεις. Μόνο οι έξι μέρες ανήκουν σε σένα, η Κυριακή ανήκει στον Θεό που πιστεύω και λατρεύω. Σήμερα ούτε θα σου παραδώσω, ούτε θα με πληρώσεις». Θαρραλέες απαντήσεις που τιμούν Τον Θεό, κι ο Θεός τις τιμά. Μα είναι ακραίο, αν ο Θεός στο έχει δείξει, αν στο ζητάει. Τίποτα δεν είναι υπερβολικό, αν έτσι μας το λέει ο Λόγος του Θεού. Είναι θέμα υπακοής, πίστης πειθαρχίας(Πράξεις 5:29-32). Μια τέτοια ζωή ο Θεός την ευλογεί, την αμοίβει πλούσια, γιατί Τον δοξάζει!

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ