Ζωή πίστης, ζωή δύναμης

0
151

«Ευχαριστώ τον Θεόν, τον οποίον λατρεύω από προγόνων μετά καθαράς συνειδήσεως, ότι αδιαλείπτως σε ενθυμούμαι εν ταις δεήσεσί μου νύκτα και ημέραν, επιποθών να σε ίδω, ενθυμούμενος τα δάκρυά σου, διά να εμπλησθώ χαράς, ανακαλών εις την μνήμην μου την εν σοι ανυπόκριτον πίστιν, ήτις πρώτον κατώκησεν εν τη μάμμη σου Λωΐδι και εν τη μητρί σου Ευνίκη, είμαι δε πεπεισμένος ότι και εν σοι. Διά την οποίαν αιτίαν σε υπενθυμίζω να αναζωπυρής το χάρισμα του Θεού, το οποίον είναι εν σοι διά της επιθέσεως των χειρών μου· διότι δεν έδωκεν εις ημάς ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού. Μη αισχυνθής λοιπόν την μαρτυρίαν του Κυρίου ημών μηδέ εμέ τον δέσμιον αυτού, αλλά συγκακοπάθησον μετά του ευαγγελίου με την δύναμιν του Θεού, όστις έσωσεν ημάς και εκάλεσε με κλήσιν αγίαν, ουχί κατά τα έργα ημών, αλλά κατά την εαυτού πρόθεσιν και χάριν, την δοθείσαν εις ημάς εν Χριστώ Ιησού προ χρόνων αιωνίων, φανερωθείσαν δε τώρα διά της επιφανείας του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όστις κατήργησε μεν τον θάνατον, έφερε δε εις φως την ζωήν και την αφθαρσίαν διά του ευαγγελίου, εις το οποίον ετάχθην εγώ κήρυξ και απόστολος και διδάσκαλος των εθνών. Διά την οποίαν αιτίαν και πάσχω ταύτα, πλην δεν επαισχύνομαι· διότι εξεύρω εις τίνα επίστευσα, και είμαι πεπεισμένος ότι είναι δυνατός να φυλάξη την παρακαταθήκην μου μέχρις εκείνης της ημέρας. Κράτει το υπόδειγμα των υγιαινόντων λόγων, τους οποίους ήκουσας παρ” εμού, μετά πίστεως και αγάπης της εν Χριστώ Ιησού. Την καλήν παρακαταθήκην φύλαξον διά του Πνεύματος του Αγίου του ενοικούντος εν ημίν.» (2 Τιμοθέου 1:3-14)

Όταν ήμουν μικρός, διηγείται ένας πιστός άνθρωπος, ήμουνα πάρα πολύ φιλάσθενος και κάθε τόσο περνούσα και κάποια αρρώστια. Τον τελευταίο καιρό είχαν πάθει κάτι τα πόδια μου και η μητέρα μου ήτανε απελπισμένη. Όλο σκεφτόταν τι θα γίνει αυτό το παιδί και πως θα τα καταφέρει να ζήσει όταν θα μείνει μόνο του. Το φόβο της αυτό τον εξομολογήθηκε σ’ έναν άνθρωπο του Θεού και εκείνος της είπε να μη χάσει την εμπιστοσύνη της στο Θεό και πως, όταν αυτή θα είχε πια πεθάνει, θα μπορούσα υγιής με τη δύναμη του Θεού να εργαστώ. Έτσι και έγινε. Σιγά-σιγά θεραπεύτηκα και άρχισα να εργάζομαι. Εργάστηκα σκληρά. Ανέλαβα την εργασία του πατέρα μου και κατάφερα με τη δύναμη του Κυρίου να συντηρώ τη μητέρα μου, τη γυναίκα μου και τα τρία παιδιά μου. Ο Κύριος ποτέ δεν με εγκατέλειψε. Ας μην περιορίζουμε το Θεό στα στενά όρια της δικής μας λογικής. Όσο πιο μικρός είναι ο δικός μας ορίζοντας, τόσο πιο μεγάλος είναι ο δικός Του. Ας μην ακρωτηριάζουμε τις απεριόριστες δυνατότητες του Θεού με ανθρώπινα μέτρα. Όσο μεγαλύτερες είναι οι δυσκολίες μας, τόσο μεγαλύτερη είναι η πρόκληση στη δύναμή Του και στη Χάρη Του. Ας μην βλέπουμε την Παντοδυναμία του Θεού με τη δική μας κοντόφθαλμη θεώρηση και ολιγοπιστία. Όσο πιο μεγάλη είναι η αδυναμία μας, τόσο πιο τέλεια  δείχνεται η δική Του δύναμη.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ