Αμφιβολίες

0
36

«Εάν δε τις από σας ήναι ελλιπής σοφίας, ας ζητή παρά του Θεού του δίδοντος εις πάντας πλουσίως και μη ονειδίζοντος, και θέλει δοθή εις αυτόν. Ας ζητή όμως μετά πίστεως, χωρίς να διστάζη παντελώς· διότι ο διστάζων ομοιάζει με κύμα θαλάσσης κινούμενον υπό ανέμων και συνταραττόμενον. Διότι ας μη νομίζη ο άνθρωπος εκείνος ότι θέλει λάβει τι παρά του Κυρίου. Άνθρωπος δίγνωμος είναι ακατάστατος εν πάσαις ταις οδοίς αυτού. Ας καυχάται δε ο αδελφός ο ταπεινός εις το ύψος αυτού, ο δε πλούσιος εις την ταπείνωσιν αυτού, επειδή ως άνθος χόρτου θέλει παρέλθει. Διότι ανέτειλεν ο ήλιος με τον καύσωνα και εξήρανε τον χόρτον, και το άνθος αυτού εξέπεσε, και το κάλλος του προσώπου αυτού ηφανίσθη· ούτω και ο πλούσιος θέλει μαρανθή εν ταις οδοίς αυτού. Μακάριος ο άνθρωπος, όστις υπομένει πειρασμόν· διότι αφού δοκιμασθή, θέλει λάβει τον στέφανον της ζωής, τον οποίον υπεσχέθη ο Κύριος εις τους αγαπώντας αυτόν. Μηδείς πειραζόμενος ας λέγη ότι από του Θεού πειράζομαι· διότι ο Θεός είναι απείραστος κακών και αυτός ουδένα πειράζει. Πειράζεται δε έκαστος υπό της ιδίας αυτού επιθυμίας, παρασυρόμενος και δελεαζόμενος. Έπειτα η επιθυμία αφού συλλάβη, γεννά την αμαρτίαν, η δε αμαρτία εκτελεσθείσα γεννά τον θάνατον. Μη πλανάσθε, αδελφοί μου αγαπητοί. Πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον είναι άνωθεν καταβαίνον από του Πατρός των φώτων, εις τον οποίον δεν υπάρχει αλλοίωσις ή σκιά μεταβολής. Εξ ιδίας αυτού θελήσεως εγέννησεν ημάς διά του λόγου της αληθείας, διά να ήμεθα ημείς απαρχή τις των κτισμάτων αυτού. Λοιπόν, αδελφοί μου αγαπητοί, ας είναι πας άνθρωπος ταχύς εις το να ακούη, βραδύς εις το να λαλή, βραδύς εις οργήν· διότι η οργή του ανθρώπου δεν εργάζεται την δικαιοσύνην του Θεού. Διά τούτο απορρίψαντες πάσαν ρυπαρίαν και περισσείαν κακίας δέχθητε μετά πραότητος τον εμφυτευθέντα λόγον τον δυνάμενον να σώση τας ψυχάς σας. Γίνεσθε δε εκτελεσταί του λόγου και μη μόνον ακροαταί, απατώντες εαυτούς. Διότι εάν τις ήναι ακροατής του λόγου και ουχί εκτελεστής, ούτος ομοιάζει με άνθρωπον, όστις θεωρεί το φυσικόν αυτού πρόσωπον εν κατόπτρω· διότι εθεώρησεν εαυτόν και ανεχώρησε, και ευθύς ελησμόνησεν οποίος ήτο. Όστις όμως εγκύψη εις τον τέλειον νόμον της ελευθερίας και επιμείνη εις αυτόν, ούτος γενόμενος ουχί ακροατής επιλήσμων, αλλ” εκτελεστής έργου, ούτος θέλει είσθαι μακάριος εις την εκτέλεσιν αυτού.» (Ιάκωβος 1:5-25)

Μετά από δώδεκα χρόνια γάμου, και παρά την επιθυμία τους, το ζευγάρι είχε απογοητευτεί ότι θα μπορούσε ποτέ να αποκτήσει παιδί. Ένας φίλος του, που νόμιζε πως μπορούσε να εξηγήσει τον τρόπο σκέψης του Θεού, είπε στον άντρα του ζευγαριού: «Ίσως ο Θεός διέγνωσε ότι δεν θα είσαι καλός πατέρας, γι’ αυτό δεν σου δίνει παιδί». Άθλιος παρηγορητής! Αυτή η σκέψη, όχι μόνο βάρυνε περισσότερο την καρδιά του νέου άντρα, αλλά όταν τα επόμενα Χριστούγεννα ήρθαν τα χαρούμενα νέα για το ζευγάρι, ότι θα αποκτούσαν ένα παιδάκι, ο μέλλων πατέρας κυριαρχήθηκε από ένα συναίσθημα αποτυχίας και αμφιβολίας. Πως θα τα κατάφερνε, αυτός, ένας άπειρος και ανάξιος; Τον Αύγουστο μια χαριτωμένη μικρούλα  ήρθε στην οικογένεια. Καθώς οι γιατροί και οι νοσοκόμες παρακολουθούσαν τη γυναίκα του, το νεογέννητο άρχισε να κλαίει. «Πλησίασα τότε και την ακούμπησα με το χέρι για να ηρεμήσει και είδα με έκπληξη ότι με το μικροσκοπικό της χεράκι πιάστηκε από το δάχτυλό μου. Εκείνη τη στιγμή το Πνεύμα του Θεού με γέμισε χαρά και με πλημύρισε με βεβαιότητα ότι η αγάπη μου και η στοργή μου θα αγκαλιάσουν το μωράκι μας. Όλες οι αμφιβολίες, που είχα πριν, εξανεμίστηκαν». Αυτά διηγήθηκε ο χαρούμενος πατέρας, αφήνοντας το δικό του χέρι μέσα στο χέρι του Ουράνιου Πατέρα του να το κρατάει σφιχτά, όπως αυτός κρατούσε του παιδιού του. Ο Θεός είναι έτοιμος να μας στηρίξει στην αδυναμία μας, να μας γεμίσει με την αγάπη Του(Ρωμαίους 5:5), να διαλύσει κάθε αβεβαιότητα, να εξαφανίσει κάθε αμφιβολία από την καρδιά μας. Το φάρμακο είναι η πίστη. Πίστη στο μόνο Δυνάμενο, τον Κύριο του Ουρανού και της Γης. Δεν υπάρχει τίποτε αδύνατο σ’ Αυτόν. Όσο πιο αδύναμοι είμαστε εμείς, τόσο πιο δυνατός θα φανεί στη ζωή μας, για να είναι όλη η δόξα σ’ Αυτόν!

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ