«Καθώς η θεία δύναμις αυτού εχάρισεν εις ημάς πάντα τα προς ζωήν και ευσέβειαν διά της επιγνώσεως του καλέσαντος ημάς διά της δόξης αυτού και αρετής, διά των οποίων εδωρήθησαν εις ημάς αι μέγισται και τίμιαι επαγγελίαι, ίνα διά τούτων γείνητε κοινωνοί θείας φύσεως, αποφυγόντες την εν τω κόσμω υπάρχουσαν διά της επιθυμίας διαφθοράν.» (2 Πέτρου 1:3-4)

Συνέβη σ’ ένα ιδιωτικό ιατρείο. Καθώς η γιατρός εξηγούσε με σοβαρότητα στον ασθενή για ένα πρόβλημα υγείας, από την πίσω πόρτα του ιατρείου γλίστρησε μέσα σιγά-σιγά το δεκάχρονο κοριτσάκι της. Με τον παιδικό αυθορμητισμό της διέκοψε για να πει, τονίζοντας μια-μια τις λέξεις: «Μαμά, πήρα από την ντουλάπα τα ρούχα σου, ξέρεις ποια, ε; εκείνα… που μου είχες πει ότι θα μου χαρίσεις… Τα άπλωσα στο πάτωμα και παίζω». Η μαμά-γιατρός προσπάθησε να χαμογελάσει. «Μα… δεν με ρώτησες», είπε στην μικρή, που προφανώς είχε πάρει τα καλά της ρούχα. «Όχι, μα μου το είχες ήδη πει πως θα μου τα χαρίσεις», συνέχισε η μικρούλα διεκδικώντας το δίκιο της. Μας κάνει εντύπωση η απλότητα και η αμεσότητα με την οποία ένα παιδάκι καταλαβαίνει τι σημαίνει «χαρίζω». Όχι μελλοντικά, μα σήμερα, τώρα, ό,τι μου υποσχέθηκε η μητέρα μου είναι ήδη χαρισμένο, άρα δικό μου! Πόση ανάγκη έχουμε κι εμείς, κάθε τι που ο Θεός μας υπόσχεται, να το αγκαλιάσουμε  δια της πίστεως, να το θεωρούμε ότι μας χαρίστηκε. Πόση ανάγκη έχουμε να σταματήσουμε να μεταθέτουμε για το μέλλον την κατάκτηση των υποσχέσεων του Θεού, τον καρπό του Αγίου Πνεύματος, την αναστημένη ζωή του Χριστού μέσα μας. Μας τα έχει ήδη χαρίσει όλα αυτά και περιμένει ν’ απλώσουμε το χέρι μας, να τα κάνουμε δικά μας. Να χαρούμε και να απολαύσουμε τα δώρα Του στη ζωή μας, στην οικογένειά μας, στην κάθε μας μέρα, απλόχερα.