Ο Λόγος

0
329

«Εν αρχή ήτο ο Λόγος, και ο Λόγος ήτο παρά τω Θεώ, και Θεός ήτο ο Λόγος. Ούτος ήτο εν αρχή παρά τω Θεώ. Πάντα δι” αυτού έγειναν, και χωρίς αυτού δεν έγεινεν ουδέ εν, το οποίον έγεινεν. Εν αυτώ ήτο ζωή, και η ζωή ήτο το φως των ανθρώπων. Και το φως εν τη σκοτία φέγγει και η σκοτία δεν κατέλαβεν αυτό.» (Ιωάννη 1:1-5)

Τα πρώτα παραπάνω χωρία έχουν σχέση με την «αρχή» του Βιβλίου της Γένεσης, «εν αρχή εποίησεν ο Θεός…». Και στα δυο αυτά κείμενα, οι πρώτες λέξεις δείχνουν μεγάλη ομοιότητα. Η «αρχή» για την οποία μιλάει ο Ιωάννης, δεν είναι παρά η ίδια αρχή απ’ όπου και ο Μωυσής αρχίζει και τη δική του αφήγηση. Όμως, αμέσως μετά, οι δυο συγγραφείς ακολουθούν αντίθετη πορεία. Ξεκινώντας από την Δημιουργία του Σύμπαντος ο Μωυσής κατεβαίνει για να φτάσει στη Δημιουργία του ανθρώπου (Γένεση 1:29). Ο Ιωάννης ξεκινάει κι αυτός από το ίδιο σημείο, αλλά ακολουθεί άλλη κατεύθυνση. Αυτός από την αρχή της Δημιουργίας, ανεβαίνει προς την αιωνιότητα. Ο Μωυσής έχει υπόψη του μόνο τη θεμελίωση του θεοκρατικού έργου που καταλήγει στον Αβραάμ. Ενώ ο ευαγγελιστής Ιωάννης θέλει να φτάσει στη Λύτρωση της ανθρωπότητας, που έγινε μέσω του Ιησού Χριστού. Για να βρει λοιπόν αυτό το Πρόσωπο, που θα γινόταν το όργανο της δεύτερης Δημιουργίας πρέπει να ανεβεί πάνω και πέρα από την «αρχή» της φυσικής Δημιουργίας, καθώς εξιστορείται στο Βιβλίο της Γένεσης. Στο εδάφιο (Ιωάννη 1:1) του Ευαγγελίου του ο Ιωάννης, πράγματι ανευρίσκει στην αιωνιότητα το Πρόσωπο αυτό. Είναι ο Λόγος. Στο εδάφιο (Ιωάννη 1:2) παρουσιάζει το ίδιο αυτό Πρόσωπο να υπάρχει στην αρχή του χρόνου. Στο εδάφιο (Ιωάννη 1:3) μας το δείχνει να συνεργάζεται στο έργο της Δημιουργίας. Τέλος στο εδάφιο (Ιωάννη 1:4) ξεδιπλώνει τη σχέση που ανέκαθεν υπήρχε μεταξύ αυτού του θείου όντος , του Λόγου, και της ανθρωπότητας, μέχρι τη στιγμή που επισκέφθηκε ο Ίδιος τον πλανήτη μας, σαν ένα μέλος της ανθρώπινης φυλής. Στο εδάφιο (Ιωάννη 1:1) οι τρεις φράσεις ακολουθούν η μια την άλλη σαν τρία διαδοχικά οράματα. Η κάθε μια προβάλλει κι από ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του μεγαλείου του Λόγου, πριν ακόμα γίνει άνθρωπος(Ιωάννη 1:14). Η προοδευτική άνοδος που συνδέει τις φράσεις αυτές, αποδίδεται στην Εβραϊκή, με το απλό συνδετικό της «και», «και»… Η πρώτη φράση «εν αρχή» είναι φανερή επανάληψη της πρώτης λέξης του βιβλίου της Γένεσης (Γένεση 1:1) που φυσικά σημαίνει την αρχή της ύπαρξης του κόσμου. Ο παρατατικός «ήν», σύμφωνα με την κοινή γραμματική του έννοια, χαρακτηρίζει τον συγχρονισμό της πράξης, που αναφέρει το ρήμα, με κάποιο άλλο γεγονός. Στην περίπτωσή μας, ο συγχρονισμός αυτός αναφέρεται στην ταυτόχρονη συνύπαρξη «Λόγου» και «αρχής», δηλαδή η αρχή του χωροχρόνου βρίσκει το Λόγο παρόντα. Όταν άρχισε το κάθε τι που άρχισε, ο Λόγος υπήρχε, (ήν). Συνεπώς, μόνο αυτός ο ίδιος ο Λόγος, δεν άρχισε. Ήταν ήδη εκεί. Εκείνο, λοιπόν που δεν άρχισε μαζί με τα δημιουργήματα, δηλαδή μαζί με το χρόνο, ανήκει στη σφαίρα της αιωνιότητας. Ας σημειωθεί ότι η έννοια της αιωνιότητας δεν υπάρχει φυσικά στον όρο «εν αρχή» αλλά, στην ειδική σχέση που έχει ο όρος αυτός στον παρατατικό χρόνο «ήν». Ο όρος «αρχή», καθώς και ο όρος «Λόγος» μας θυμίζουν την αφήγηση της Δημιουργίας από το Βιβλίο της Γένεσης. Συγκεκριμένα, μας θυμίζουν όλα εκείνα τα «είπεν ο Θεός», φράσεις που επαναλαμβάνονται οχτώ φορές, σαν επωδός αυτής της έξοχης ποίησης. Και όλα εκείνα τα «είπεν» του Θεού, ο Ιωάννης τα ενσωματώνει σε μια έννοια, τον Λ¨ογο, που είναι μοναδικός, ζωντανός, προικισμένος με νόηση και δράση, και από τον οποίο προέρχεται η κάθε μια από τις μεγαλοπρεπείς εξαγγελίες της πρώτης Δημιουργίας.  Στη δεύτερη φράση, «και ο Λόγος ήν προς τον Θεό», μας ενδιαφέρει η πρόθεση «προς» που, με την αιτιατική πτώση, «τον Θεόν», δηλώνει κίνηση προσέγγισης στο αντικείμενο ή το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται. Συνεπώς, η έννοια της πρότασης αυτής, δεν σημαίνει «σε κοινωνία με» (ό,τι δηλαδή θα σήμαινε η πρόθεση «μετά»), ούτε σημαίνει ένωση με (συν), ή «στον κόλπο του» (εν), ή «κοντά στον» (παρά), καθώς λ.χ. στο εδάφιο (Ιωάννη 17:5). Στην περίπτωσή μας, η πρόθεση «προς» εκφράζει την κατεύθυνση, την τάση, την ηθική κίνηση του Προσώπου, που ο Ιωάννης ονομάζει «Λόγος». Οι πόθοι του Προσώπου αυτού στρέφονται στο Θεό. Ο τύπος, (φαινομενικά λανθασμένος), με τον οποίο ο Ιωάννης συνδέει την πρόθεση κίνησης «προς» με ρήμα που εκφράζει στασιμότητα «ήν», σημαίνει ότι αυτή η ηθική κίνηση ήτα η μόνιμη κατάσταση του Λόγου, δηλαδή η φύση Του.. Η χρήση της πρόθεσης «προς» έχει προφανώς νόημα μονάχα όταν αναφέρεται σε πρόσωπα. Εδώ ακούεται η ηχώ εκείνου του πληθυντικού, που βρίσκουμε στο βιβλίο της Γένεσης, και που εκφράζει την εσωτερική κοινωνία, καθώς και τη μυστική σχέση των Προσώπων. «Ας κάμωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημών» (Γένεση 1:26). Παρακάτω στο εδάφιο (Ιωάννη 1:18) ο όρος «Λόγος» θ’ αντικατασταθεί από τον όρο «Υιός» καθώς και ο όρος «Θεός» θ’ αντικατασταθεί από τον όρο «Πατέρας». Δεν είναι λοιπόν αφηρημένα όντα, ούτε μεταφυσικοί παράγοντες που ο Ιωάννης αναφέρει εδώ, αλλά συγκεκριμένα Πρόσωπα. Ο σκοπός στον οποίο τείνει αδιάκοπα ο Λόγος είναι «τον Θεόν».(με το άρθρο). Έτσι, ο Θεός καθορίζεται εδώ σαν ένα απόλυτο Όν με τέλεια πληρότητα κι εντελώς ανεξάρτητο από τον Λόγο. Ενώ λοιπόν η πρώτη πρόταση αποκαλύπτει την αιωνιότητα του Λόγου, η δεύτερη έχει σκοπό να δείξει την Προσωπικότητα του Λόγου, καθώς και την μυστική κοινωνία Του με τον Θεό. Στην Τρίτη πρόταση «και Θεός ήν ο Λόγος» δεν πρέπει να θεωρήσουμε τη λέξη «Θεός» σαν το υποκείμενο και τη λέξη «Λόγος» σαν το κατηγορούμενο, σάμπως ο Ιωάννης να ήθελε να μας πει ότι «και ο Θεός ήταν ο Λόγος». Δεν σκοπεύει ο Ιωάννης να εξηγήσει στον πρόλογό του, του τι είναι ο Θεός αλλά τι είναι ο Λόγος. Η λέξη «Θεός», μολονότι κατηγορούμενο, βρίσκεται στην αρχή της πρότασης, επειδή στη λέξη αυτή περικλείεται η ανάπτυξη μιας αλήθειας που σχετίζεται αμέσως με την προηγούμενη πρόταση. Είναι η ίδια ακριβώς γραμματική σύνταξη που έχει και η πρόταση «πνεύμα ο Θεό» (Ιωάννη 4:14), όπου το κατηγορούμενο βρίσκεται στην αρχή της πρότασης. Η λέξη «Θεός» χρησιμοποιείται δίχως το άρθρο γιατί είναι έννοια επιθετική και δηλώνει σαν κατηγορούμενο, όχι το πρόσωπο, αλλά την ιδιότητα του Προσώπου. >Εδώ χρειάζεται να προσέξουμε, ώστε να μην αποδώσουμε στη λέξη «Θεός» την έννοια «Θείος» επειδή ο απόστολος δεν σκοπεύει ν’ αποδώσει στον «Λόγο», καθώς εννοεί το επίθετο «θείος», μια ημιθεϊκή θέση, μια κατάσταση δηλαδή, μεταξύ Θεού και δημιουργήματος. Αυτό άλλωστε θα ήταν ασυμβίβαστο προς τον αυστηρό μονοθεϊσμό της Βίβλου. Ο Λόγος διαφέρει κι από το πλέον τέλειο ανθρώπινο όν. Είναι επίσης περισσότερο ανυψωμένος κι απ’ τους αγγέλους και τούτο επειδή ο Λόγος συμμετέχει στην θεότητα. Σε τούτη λοιπόν την τρίτη πρόταση περικλείεται η αλήθεια της ουσιαστικής θεότητας του Λόγου. Έτσι μαθαίνουμε ότι στο πλήρωμα της θείας ζωής υπάρχει ένα Όν αιώνιο καθώς ο Θεός, προσωπικό καθώς Αυτός, ένα Όν που εμπνέεται προς Αυτόν και ζει μόνο γι’ Αυτόν. Αυτό ακριβώς το Όν, ο Ιωάννης αναγνώρισε σαν το Πρόσωπο του Ιησού. Αυτόν τον ίδιο Λόγο, που ανακάλυψε στα βάθη της αιωνιότητας, τον παρουσιάζει και πάλι να είναι παρών στην αρχή του χρόνου. Ενώ προηγουμένως ο θεόπνευστος συγγραφέας είχε ανεβεί πάνω και πέρα από τον χρόνο, τώρα κατεβαίνει τα σκαλοπάτια των αιώνων για να δείξει τον Λόγο ενώ μπαίνει στην Ιστορία του κόσμου σαν όργανο του Θεού, πριν ακόμα επισκεφθεί ο ίδιος τον πλανήτη μας. Η πρόθεση «ούτος»(αυτός εδώ ο Λόγος) αναπαράγει λεπτομερέστερα την αλήθεια, που υπάρχει επίσης και στην τρίτη φράση του εδαφίου (Ιωάννη 1:1). Όμως ο απόστολος θέλει να συνενώσει τις δυο πρώτες προθέσεις κατά τέτοιο τρόπο, ώστε από τη μια να συνοψίσει στο εδάφιό μας τούτο το περιεχόμενο και των τριών προθέσεων ολοκλήρου του εδαφίου 1, κι από την άλλη, να εξηγήσει το ρόλο του Λόγου σαν Δημιουργού. Μια αλήθεια που θα την διατυπώσει στο παρακάτω εδάφιο 3. Το έργο της Δημιουργίας ήταν η πρώτη πράξη της θείας αποκάλυψης ad extra. Η πρόθεση «δια» (δι’ αυτού) δεν υποβιβάζει το Λόγο στο επίπεδο του απλού οργάνου, επειδή η πρόθεση αυτή χρησιμοποιείται συχνά και για τον ίδιο τον Θεό. Μολαταύτα, ο Ιωάννης κρατάει τη θέση του Θεού δίπλα και παραπάνω από τη θέση του Λόγου. Άλλωστε την ίδια αυτή μορφή σχέσης μεταξύ του Θεού και του Λόγου, εξηγεί και ο απόστολος: «αλλ” εις ημάς είναι εις Θεός ο Πατήρ, εξ ου τα πάντα και ημείς εις αυτόν, και εις Κύριος Ιησούς Χριστός, δι” ου τα πάντα και ημείς δι” αυτού.» (1 Κορινθίους 8:6). Συνεπώς, κανένα δημιούργημα δεν ήρθε στην ύπαρξη χωρίς να έχει προηγουμένως περάσει από τον νου και από τη θέληση του Λόγου, αλλά και ο Λόγος όσα ενεργεί τα ενεργεί εξαιτίας του Πατέρα (Ιωάννη 5:30), συνδέοντάς τα πάντα με Τον Πατέρα. Γι’ αυτό άλλωστε γίνεται και χρήση της πρόθεσης «δια» (δι’ αυτού εγένετο) και όχι της πρόθεσης «εκ», που αναφέρεται σε ενέργειες που πηγάζουν κατ’ ευθείαν από τον Πατέρα. Η λέξη «πάντα», στο εδάφιο (Ιωάννη 1:3), αφορά την παγκόσμια Δημιουργία στα πλέον ακαθόριστα όριά της. Στο εδάφιο αυτό το ρήμα «γίνεσθαι» διαφέρει ουσιαστικά από το ρήμα «είναι», που χρησιμοποιείται στα εδάφια 1 και 2. Τα δυο αυτά ρήματα ξεχωρίζουν τη Δημιουργία που έχει αρχή (γίνεσθαι) από την ύπαρξη που δεν έχει αρχή (είναι). Μια ανάλογη διάκριση μεταξύ των δυο αυτών ρημάτων υπάρχει και στο εδάφιο (Ιωάννη 8:58): «Πριν ο Αβραάμ γενέσθαι (πρόσωπο με αρχή) εγώ ειμί (Πρόσωπο δίχως αρχή, έξω από το χρόνο). Η δεύτερη φράση του εδαφίου μας «χωρίς αυτού δεν έγινε ουδέ έν», επαναλαμβάνει σε διατύπωση αρνητική την ίδια την αλήθεια που ειπώθηκε και προηγουμένως σε διατύπωση θετική. Τούτος ο τρόπος έκφρασης είναι συνηθισμένος στις επιστολές του Ιωάννη που τον χρησιμοποιεί όταν θέλει ν’ αποκλείσει κάθε εξαίρεση. Ο Λόγος έγινε το όργανο του Θεού, όχι μόνο για να φέρει στην ύπαρξη τα πάντα εκ του μηδενός, αλλ’ επίσης να είναι, από την Δημιουργία κι’  ύστερα ο μόνος παράγοντας που να διατηρεί τον κόσμο και να τον εξελίσσει στον απώτερο προορισμό του, τον φυσικό και τον ηθικό. Στο εδάφιο (Ιωάννη 1:4), οι δυο παρατατικοί «ήν» αναφέρονται στο χρονικό διάστημα από την αρχή της Δημιουργίας μέχρι την εποχή που ο Λόγος επισκέφθηκε τον πλανήτη μας. Σ’ όλη αυτή την περίοδο της ιστορίας της ανθρωπότητας, ο κόσμος διατηρήθηκε κι εξελίχθηκε εξ αιτίας της ζωής που απόρρεε, άφθονη και δυναμική, από την Προσωπικότητα του Λόγου. Με άλλα λόγια: Ο Λόγος ήταν η ζωή της κάθε ζωής. Όχι μονάχα η κάθε ύπαρξη, αλλά και η κάθε δύναμη, η κάθε καλλιτεχνία, η κάθε αύξηση και πρόοδος σ’ ολόκληρη τη Δημιουργία, ήταν έργο προερχόμενο από τον Λόγο. Η έννοια της δεύτερης πρότασης, «και η ζωή ήτο το φως των ανθρώπων», ακολουθεί φυσικά, την έννοια που δώσαμε στην αμέσως παραπάνω πρόταση κι’ επομένως η φράση «το φως των ανθρώπων» δεν ήταν παρά το φως της ζωής που χορηγούσε ο Λόγος στην ανθρωπότητα. Γι’ αυτό και στη δεύτερη πρόταση η λέξη «ζωή» συνοδεύεται από το άρθρο. Δηλαδή: Αυτή η ζωή που όλοι οι άνθρωποι δέχονταν από τον Λόγο, εκδηλωνόταν μέσα τους σαν ποικίλα χαρίσματα, σαν αρετές, σαν ικανότητες, σαν στοιχεία της ηθικής και της δικαιοσύνης, όλα αυτά σε μορφή φωτός. Στα γραφτά του Ιωάννη, η λέξη φως είναι τόσο περιεκτική  και πλούσια σε περιεχόμενο, που είναι δύσκολο να την προσδιορίσουμε. Μολαταύτα, γεγονός είναι, πως δεν εννοεί μια ιδέα συγκεκριμένη ή αποκλειστικά ηθική, καθώς λ.χ. Σωτηρία ή Αγιότητα. Έτσι στο εδάφιό μας, το «φως» είναι το εσωτερικό φως, σαν μια απαρχή ζωής και μάλιστα ηθικής ζωής. Κι’ αυτό προσδιορίζει η φράση «των ανθρώπων». Επειδή μονάχα οι άνθρωποι σαν όντα με νόηση, με ελευθερία και ηθικές αρχές είναι δεκτικοί ν’ απολαύσουν ένα φως σαν αυτό. Η αλήθεια αυτή είχε την φυσική της εφαρμογή, όχι μονάχα για την περίπτωση των Πρωτοπλάστων στον Παράδεισο, αλλά και για ολόκληρη την ανθρωπότητα, ύστερα από την πτώση της. Πράγματι, από τα βάθη της ψυχής του κάθε ανθρώπου, που έχει συνείδηση ηθικών υποχρεώσεων, αναφαίνεται σε όλες τις εποχές καθώς και σε όλα τα μέρη, ένα φως που ρυθμίζει τις σχέσεις του με τον Θεό, κι επίσης με τον πλησίον, είτε Ιουδαίος, είτε Εθνικός (Ιωάννη 7:17) και για τους Εθνικούς (Ιωάννη 10:16, 11:52). Το ίδιο και στα γραφτά του Παύλου (Ρωμαίους 1:19, 21, 1 Κορινθίους 1:21, Πράξεις 14:17). Οι ποικίλες μορφές θρησκευτικής λατρείας ή τα ίχνη ηθικής διάκρισης και διαγωγής στους διάφορους λαούς, ακόμα και στους πλέον βάρβαρους, είναι η απόδειξη αυτού του παγκόσμιου φωτός που πηγάζει από τον Λόγο. Όλες οι αναλαμπές των αισθημάτων του αγαθού και του δικαίου, που φωτίζουν και εξευγενίζουν την ανθρωπότητα, επιβεβαιώνουν αυτή την έκφραση του Ιωάννη: «Εν αυτώ ήτο ζωή, και η ζωή ήτο το φως των ανθρώπων.» (Ιωάννη 1:4).

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ