«Μη φοβού· διότι εγώ σε ελύτρωσα, σε εκάλεσα με το όνομά σου· εμού είσαι. Όταν διαβαίνης διά των υδάτων, μετά σου θέλω είσθαι· και όταν διά των ποταμών, δεν θέλουσι πλημμυρήσει επί σέ· όταν περιπατής διά του πυρός, δεν θέλεις καή ουδέ θέλει εξαφθή η φλόξ επί σε. Διότι εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου, ο Άγιος του Ισραήλ, ο Σωτήρ σου· διά αντίλυτρόν σου έδωκα την Αίγυπτον· υπέρ σου την Αιθιοπίαν και Σεβά. Αφότου εστάθης πολύτιμος εις τους οφθαλμούς μου, εδοξάσθης και εγώ σε ηγάπησα·» (Ησαϊας 43:1-4)

Ζούσε χαρούμενος με τη γυναίκα του και το τρίχρονο κοριτσάκι τους. Ξαφνικά ο πόνος χτύπησε το σπίτι του: η γυναίκα του σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα, Τη νύχτα μετά την κηδεία, καθώς ο πατέρας έβαζε το κοριτσάκι του για ύπνο, τα φώτα έσβησαν. Έπρεπε να κατέβη στο υπόγεια να δει τι συμβαίνει. Το παιδί ζήτησε να πάει μαζί του γιατί φοβόταν μόνο του. Μπαίνοντας στο σκοτεινό υπόγειο, το κοριτσάκι έσφιξε τα χεράκια της γύρω από το λαιμό του: «Είναι πολύ σκοτεινά μπαμπά, αλλά δεν φοβάμαι, επειδή εσύ είσαι εδώ!» ένας λυγμός ανέβηκε απ’ την καρδιά του πατέρα. Αγκάλιασε το παιδί του πιο σφιχτά και είπε: «Ναι καρδούλα μου, είναι πράγματι σκοτεινά. Όμως ούτε κι εγώ φοβάμαι, γιατί ο Πατέρας μου είναι μαζί μου!». Όποιος έχει το Χριστό στην καρδιά του, δεν φοβάται την ερημιά της σκοτεινής κοιλάδας. Στις πονεμένες, θολές ώρες της ζωής μας δεν είμαστε μόνοι κι ορφανοί. Υπάρχει Πατέρας, σκυμμένος με αγάπη και σπλάχνα ελέους πάνω μας. Τον βλέπουμε με την πίστη να στέκει κοντά μας, τόσο κοντά μας, που μας κρατά στην αγκαλιά Του. Μας στηρίζει, μας δυναμώνει, μας παρηγορεί. ΑΝ νοιώθουμε φόβο κι εγκατάλειψη, είναι γιατί στηριζόμαστε στον εαυτό μας ή κοιτάζουμε γύρω μας για ενίσχυση και Εκείνον Τον αφήνουμε να περιμένει. Μια καρδιά παραδομένη στην αγάπη Του πάντα μπορεί να αναφωνεί με σιγουριά: «Κύριέ μου Εσύ είσαι εδώ!» Πόση ανακούφιση, πόσο φως, πόση χαρά μας δίνει η ζωντανή αίσθηση της παρουσίας της αγάπης του Πατέρα μας στη ζωή μας. Δεν είμαστε μόνοι πια (Εφεσίους 2:19), ακόμα και στο πιο πηχτό σκοτάδι γύρω!