“Αυτός αποκαλύπτει τα βαθέα και τα κεκρυμμένα, γνωρίζει τα εν τω σκότει, και το φως κατοικεί μετ’ αυτού.”
(Δανιήλ β ́ 22)
Κανένας δεν ήξερε πως ο ξενιτεμένος στην Αυστραλία αδερφός του γύρισε στο χωριό. Χτύπησε την πόρτα του ένα βράδυ, μαύρα μεσάνυχτα. Του άρεσε να κάνει εκπλήξεις και σχεδίαζε να αιφνιδιάσει με την παρουσία του όλους τους παλιούς συντοπίτες. Μα δεν πρόλαβε…
Σαν τέλειωσαν τα καλωσορίσματα, ο αδερφός του ζήλεψε την καλοζωία του ξενιτεμένου. Βαλίτσες γεμάτες, πορτοφόλια γεμάτα. Τον σκότωσε την ώρα που κοιμόταν κι έθαψε το πτώμα στον κήπο. Κανένας δεν ήξερε! Κανένας δεν είδε! Ύστερα από ένα χρόνο, ένας βοτανολόγος πέρασε τυχαία από την περιοχή. Στην άκρη του κήπου έσκυψε να περιεργαστεί ένα αλλόκοτο για τα μέρη λουλούδι. Τέτοιο σχήμα, τέτοια πέταλα, τέτοιος βλαστός, είναι ξένα για το κλίμα και το έδαφός μας, σκέφτηκε. Σκάλισε λίγο με το χέρι κι ανατρίχιασε. Λίγες
ώρες μετά, η αστυνομία γινόταν μάρτυρας του φοβερού εγκλήματος. Στην τσέπη του
σακακιού, το θύμα είχε κουβαλήσει σπόρους από τη μακρινή Αυστραλία. Τα σποράκια σάπισαν και σύντομα ξεπρόβαλαν φυτά με απίθανα Αυστραλέζικα άνθη.
Αν από τους ανθρώπους δεν μπορούμε να κρυφτούμε, πόσο μάλλον από τον Θεό!
Εκείνος παρακολουθεί κάθε μας κίνηση, κάθε μύχια σκέψη, κάθε πόθο της καρδιάς μας. Παρακολουθεί με αγάπη για μας, αλλά αποστροφή για την αμαρτία μας. Παρακολουθεί γεμάτος προσμονή, περιμένοντας την ώρα της επιστροφής μας, σαν στοργικός Πατέρας. Μην Του κρύβεσαι. Έλα στο φως της παρουσίας Του, όπου όλα είναι φανερά, για να φωτιστεί η ψυχή σου, να καθαριστεί, να χαρείς για πάντα!
Κύριέ μου, Εσύ που βλέπεις την καρδιά μου, γνωρίζεις τον πόθο μου να ζήσω για Σένα, να Σε
αγαπήσω με όλη μου την ψυχή, να κατακτήσεις όλο μου το είναι, να γίνεις ο απόλυτος και
μοναδικός Κύριός μου. Χάρισέ το μου!