Μια χαμένη παιδική ηλικία

0
296
Για τον πατέρα μου ήταν μια μεγάλη απογοήτευση όταν και το δεύτερο παιδί ήταν κορίτσι. Mουέδωσαν το όνομα Αlicia PalidoRamos.Mεγάλωσα στην περιφέρεια της Μαδρίτης στη
συνοικία Christobal de Los Angeles. Είναι μια υποβαθμισμένη περιοχή νότια της πρωτεύουσας.
Ήταν περιοχή που σύχναζαν ναρκομανείς και ο αστυνομικός έλεγχος ήταν στην ημερήσια διά
ταξη. Στους δρόμους, στις παιδικές χαρές, υπήρχαν πεταμένες ενέσεις.Η οικογένειά μου ήταν φτωχή. Τρία δωμάτια φιλοξενούσαν τους γονείς μου, δύο αδελφές μου, τον αδελφό μου και την γιαγιά μου. Όταν ήμουν οκτώ ετών σκοτώθηκε η μεγάλη μου αδελφή σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.
Ο θυμός και η απογοήτευση του πατέρα μου ότι δεν ήμουν αγόρι τον συνόδευαν σε όλη του την ζωή. H δουλειά του ήταν ελαιοχρωματιστής και με έπαιρνε πάντα μαζί του να τον βοηθώ. Στους πελάτες του έλεγε πάντα πως λυπάται, ότι είμαι μόνον ένα κορίτσι, αλλά τους βεβαίωνε ότι την δουλειά μου την κάνω καλά. Έκανα ό,τι μπορούσα για να κερδίσω την εμπιστοσύνη του. Πόσο πονούσα όταν κάθε Σάββατο τον μισθό μου τον έδινε στον αδελφό μου, ο οποίος δεν έκανε τίποτα όλη την εβδομάδα! Αυτή ήταν η αξία μου, στα μάτια του πατέρα μου. Όμως για να μην τον αδικήσω πρέπει να πω, ότι η δική του παιδική ηλικία ήταν αθλιότερη της δικής μου. Μεγάλωσε ορφανός σ ́ ένα μοναστήρι και στερήθηκε όχι μόνο την πατρική αλλά και την μητρική αγάπη. Όλη του η ζωή πέρασε χωρίς να δείξει κάποια στοργή και καλοσύνη τόσο στα παιδιά του όσο και στην γυναίκα του. Σε ηλικία των 56 ετών πέθανε από καρκίνο. Πριν πεθάνει ζήτησε από την μητέρα μου να τον συγχωρήσει. Πάντα ντρεπόμουν για τα ρούχα που έπρεπε να φορέσω. Πόσο μισούσα την μπλούζα με τις βούλες! Ήξερα ότι πάλι θα με κοροϊδέψουν και θα με ειρωνευτούν στο σχολείο. Η μητέρα μου δεν έδειχνε την παραμικρή κατανόηση σ ́ αυτό και μου έλεγε συνεχώς ότι πρέπει να είμαι ευτυχισμένη που έχω κάτι να φορέσω και να σταματήσω να είμαι παράξενη. Όχι ότι δεν μας αγαπούσε, αλλά ίσως να μην μπορούσε να κάνει και αλλιώς.
Η μητέρα μου ήταν μια απλή γυναίκα. Μεγάλωσε χωρίς πατέρα στη δύσκολη μεταπολεμική
εποχή. Στο σχολείο πήγε μόνον 2 ή 3 χρόνια. Συχνά έπρεπε να ζητιανεύει για να μπορέσει να
φάει κάτι. Μετά το γάμο της η ζωή της συνέχισε στην ίδια αθλιότητα. Έπρεπε να φροντίζει για
τέσσερα παιδιά και για έναν άνδρα ο οποίος δεν είχε καμιά ευθύνη για την οικογένειά του. Το
χτύπημα του θανάτου της μεγαλύτερης κόρης της έδωσε ότι χρειαζόταν για να χάσει κάθε
ενδιαφέρον για την ζωή. Έτσι έμαθε ότι η ζωή είναι ένας αγώνας για να μπορέσει να επιζήσει
και είχε ίσως λίγο χρόνο για να ασχοληθεί με τις ιδιαίτερες ανάγκες μας. Γενικά δεν έπαιρνε των παιδιών της τις ιδιαίτερες ανάγκες στα σοβαρά.
Παρ ́ όλο που μας αγαπούσε πάρα πολύ. Δεν ήταν μόνο τα παλιομοδίτικα ρούχα που μ ́
έκαναν δυστυχισμένη. Αισθανόμουν και τελείως μόνη. Η οικογένεια μου δεν μου πρόσφερε καμιά θαλπωρή. Πολύ συχνά με έδερναν στο σχολείο.
Η μητέρα μου έδειχνε τέτοια αδιαφορία που μου έδινε την εντύπωση ότι δεν την ενδιέφερε. Με πόση λαχτάρα περίμενα να έλθει έστω και μια φορά να με πάρει από το σχολείο. Ποτέ όμως δεν το έκανε. Κάποια φορά είχα στο σπορ μεγάλη επιτυχία. Πέρασε τελείως απαρατήρητη.
Νομίζω ότι ήμουν 14 ετών όταν διερωτήθηκα τι νόημα έχει μια τέτοια ζωή. Έτσι απεφάσισα να
μάθω κάτι για να μπορέσω να έχω ένα σπουδαίο επάγγελμα από το οποίο θα κέρδιζα πολλά χρήματα.
Ένα τέτοιο επάγγελμα ήταν για μένα αεροσυνοδός. Μετά το Γυμνάσιο θα έπρεπε να σπουδάσω σε μια νυχτερινή Ακαδημία. Όταν την τελείωνα θα μπορούσα με την κομψή στολή της αεροσυνοδού να σχίζω τους αιθέρες. Πόσο ευτυχισμένη μ ́ έκανε αυτή η σκέψη! Όμως το όνειρό μου είχε άσχημο τέλος. «Alicia δεν μπορείς να επισκεφθείς την Ακαδημία, δεν έχουμε αρκετά χρήματα». Μου είπε η μητέρα μου. Δεν ήθελε καν να το συζητήσει. Η απογοήτευσή μου ήταν απερίγραπτη. «Τι αδικία» σκέφτηκα! Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τα όνειρά μου, για μένα την ίδια.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ